σέλει

σελάω
shine
pres imperat act 2nd sg (attic epic ionic)
σελάω
shine
imperf ind act 3rd sg (attic epic ionic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Σέλεϊ, Μαίρη — (Shelley). Αγγλίδα συγγραφέας κόρη του φιλόσοφου Ουίλιαμ Γκόντουιν και της φεμινίστριας Μαρίας Γκόντουιν (1797 1851). Η Σ. μεγάλωσε και ανατράφηκε μέσα σε περιβάλλον με φιλελεύθερες ιδέες. Σε ηλικία 15 ετών «κλέφτηκε» από τον ποιητή Πέρσυ Σ., με… …   Dictionary of Greek

  • Σέλεϊ, Πέρσι Μπις — (Percy Bysshe Shelley). Άγγλος ποιητής (Φηλντ Πλαίης, Σάσεξ 1792 Κόλπος της Λα Σπέτσια 1822). Μετά την αποφοίτηση του από το κολέγιο του Ήτον, συνέχισε τις σπουδές του στην Οξφόρδη, όπου έγραψε και κυκλοφόρησε ένα φυλλάδιο με τον τίτλο Η ανάγκη… …   Dictionary of Greek

  • Ηνωμένο Βασίλειο — Επίσημη ονομασία: Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βορείου Ιρλανδίας Συντομευμένη ονομασία: Μεγάλη Βρετανία Έκταση: 244.820 τ. χλμ. Πληθυσμός: 59.647.790 (2001) Πρωτεύουσα: Λονδίνο (6.962.319 κάτ. το 2001)Κράτος της βορειοδυτικής… …   Dictionary of Greek

  • Κιτς, Τζον — (John Κeats, Λονδίνο 1795 – Ρώμη 1821). Άγγλος ποιητής. Προερχόταν από φτωχή οικογένεια και η σύντομη ζωή του ήταν γεμάτη κακουχίες. Ήταν μόλις 8 ετών όταν πέθανε ο πατέρας του και 14 όταν πέθανε και η μητέρα του από φυματίωση, ασθένεια που… …   Dictionary of Greek

  • Κύρου-Κλείτος, Δημήτριος — (Θεσσαλονίκη 1921 –). Λογοτέχνης. Σπούδασε στη σχολή νομικών και οικονομικών επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και σταδιοδρόμησε ως τραπεζικός υπάλληλος (1951 83). Διετέλεσε επίσης γενικός γραμματέας του Κρατικού Θεάτρου… …   Dictionary of Greek

  • Πίκοκ, Τόμας Λαβ — (Peacock, 1785 – 1866). Άγγλος ποιητής και μυθιστοριογράφος. Αν και γιος λονδρέζου εμπόρου, δεν είχε καθόλου κλίση στο εμπόριο. Νέος ακόμα έγραφε στίχους και σατιρικά μυθιστορήματα. Από το 1819 εργαζόταν στην Εταιρεία των Ινδιών, όπου έφτασε σε… …   Dictionary of Greek

  • Χαντ, Τζέιμς Χένρι Λέι — (Hunt, 1784 – 1859). Άγγλος κριτικός, ποιητής και δημοσιογράφος. Έγραψε την ποιητική συλλογή Juvenilia (1801) με στίχους που μαρτυρούν επίδραση των Γκρέι, Κόλινς και Σπένσερ. Παράλληλα ασχολήθηκε και με την κριτική του θεάτρου και το 1808 έγινε… …   Dictionary of Greek

  • Ευρώπη — I Μία από τις πέντε ηπείρους. Είναι το μικρότερο τμήμα του κόσμου μετά την Αυστραλία και την Ωκεανία. Από μία άποψη θα μπορούσε να θεωρηθεί το ακραίο δυτικό τμήμα της Ασίας, της οποίας αποτελεί τη φυσική προέκταση. Πράγματι, δεν υπάρχουν φυσικά… …   Dictionary of Greek

  • Προμηθέας — Πρόσωπο της ελληνικής μυθολογίας, που καθιερώθηκε και στη θρησκευτική λατρεία. Η αθηναϊκή εορτή, τα Προμήθεια, θύμιζαν στους ανθρώπους την αρπαγή της φωτιάς από τον Π., ναός του οποίου υπήρχε κοντά στην Ακαδήμεια και τάφος του στον Οπούντα και… …   Dictionary of Greek

  • αναρχία — Με τον όρο α. ή αναρχισμός εννοείται ένα σύνολο θεωριών, θέσεων, απόψεων, πρακτικών κλπ., που έχουν ως κοινό τους χαρακτηριστικό την πεποίθηση πως κάθε πολιτική εξουσία (κράτος, κυβέρνηση και νόμοι) είναι βλαβερή και περιττή (τόσο για το άτομο… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.